Τέλος οι δημόσιες συμβάσεις για όσους παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία

Εργολήπτες δημοσίων έργων, προμηθευτές του Δημοσίου και κάθε επιχείρηση που λαμβάνει δημόσιο χρήμα θα κάνουν πλέον «δεύτερες σκέψεις» πριν καταστρατηγήσουν την εργατική νομοθεσία και κυρίως πριν απασχολήσει αδήλωτους εργαζόμενους.

Το νομοσχέδιο «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις» που κατέθεσε χθες στη Βουλή το υπουργείο Εργασίας προβλέπει πως επιχειρήσεις που παραβιάζουν συστηματικά την εργατική νομοθεσία θα αποκλείονται εφεξής από σύναψη δημόσιων συμβάσεων.

Με τις διατάξεις του νομοσχεδίου οι αναθέτουσες αρχές δύναται να αποκλείουν έναν οικονομικό φορέα από την συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων υπηρεσιών και προμηθειών εφόσον ο φορέας έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και οι φορείς διαχείρισης προγραμμάτων χρηματοδότησης ενισχύσεων ή επιδοτήσεων σε περίπτωση αίτησης συμμετοχής ενός οικονομικού φορέα στο πρόγραμμα.

Ως σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα νοείται η επιβολή σε βάρος του οικονομικού φορέα μέσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών πριν από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής δήλωσης συμμετοχής στην εκάστοτε διαδικασία, τριών πράξεων επιβολής προστίμου από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που χαρακτηρίζονται ως υψηλής η πολύ υψηλής σοβαρότητας ή για δύο πράξεις επιβολής προστίμου που αφορούν σε αδήλωτη εργασία.

Η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου αναφέρει για τη σχετική πρόβλεψη τα εξής: «Με δεδομένη την έξαρση του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας και των εν γένει παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας κρίνεται αναγκαίο να δοθούν επιπρόσθετα κίνητρα στους εργοδότες γιατί τήρηση των υποχρεώσεων τους. Η πρόσβαση σε δημόσιο χρήμα για επιχειρήσεις που υποπίπτουν επανειλημμένα σε παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας δεν δίνει την πρέπουσα βαρύτητα στα ως άνω φαινόμενα και στις οικονομικές και κοινωνικές τους προεκτάσεις». Στην αιτιολογική έκθεση σημειώνεται ακόμη πως ήδη ο νόμος 4412/2016 προβλέπει αντίστοιχους λόγους αποκλεισμού εφόσον οι επιχειρήσεις δεν πληρώνουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Το νομοσχέδιο ξεκαθαρίζει πως κατά την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής σε προγράμματα ή κατά την υποβολή προσφορών στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να υποβάλουν στις αναθέτουσες αρχές ή τους φορείς διαχείρισης υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα δηλώνουν ότι δεν έχουν διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα.

Ακόμη, αναφέρεται ρητά πως στη σύμβαση που θα συνάπτει η εκάστοτε δημόσια αρχή με κάθε αντισυμβαλλόμενο θα περιλαμβάνεται ειδικός όρος για την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας περί υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης του επαγγελματικού κινδύνου. «Όταν δεν αναγράφονται τα ανωτέρω στοιχεία και όροι η σύμβαση είναι άκυρη και απορρίπτεται η δαπάνη πληρωμής», αναφέρει η επίμαχη διάταξη του νομοσχεδίου.

Στο ίδιο πλαίσιο το νομοσχέδιο ξεκαθαρίζει πως η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των προσφορών ή αιτήσεων συμμετοχής αντίστοιχα να υποβάλει γραπτό αίτημα προς τη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων του υπουργείου Εργασίας για τη χορήγηση πιστοποιητικού από το οποίο θα προκύπτουν όλες οι πράξεις επιβολής προστίμου που έχουνε εκδοθεί σε βάρος του οικονομικού φορέα.

Το πιστοποιητικό θα πρέπει να αποστέλλεται μέσα σε 15 ημέρες από την υποβολή του αιτήματος, καθώς σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας τα τεκμαίρεται ότι οικονομικός φορέας δεν έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα.

Τέλος, το νομοσχέδιο προβλέπει πως κατά την εκτέλεση της σύμβασης όταν το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας διαπιστώνει παραβάσεις που χαρακτηρίζονται ως υψηλής ή πολύ υψηλής σοβαρότητας θα ενημερώνει με έγγραφο την αναθέτουσα αρχή ή το φορέα διαχείρισης. Η δε επιβολή για δεύτερη φορά κυρώσεων από το ΣΕΠΕ για τις ως άνω παραβάσεις θα οδηγεί υποχρεωτικά σε έκπτωση του οικονομικού φορέα από την σύμβαση ή το πρόγραμμα.